Σκοπὸς τοῦ παρόντος ἱστολογίου

Μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, σκοπὸς τοῦ παρόντος ἱστολογίου μὲ τῖτλο «ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ» εἶναι:

1. Ἡ ἀνάδειξη, διάδοση καὶ προστασία τῶν θέσεων, δογμάτων καὶ τῆς παραδόσεως τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς πίστεως, τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καθὼς καὶ τῶν ὀρθόδοξων ἀγωνιστῶν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους.

2. Ἡ ἐνημέρωση καὶ εὐαισθητοποίηση τοῦ εὐρέος κοινοῦ γιὰ φλέγοντα θέματα τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ ἀπόψεις προσώπων μὲ σημαίνοντα ρόλο στὴν πολιτικὴ, θρησκευτικὴ, ἐκπαιδευτικὴ κ.λπ. ζωὴ τοῦ τόπου μας.

3. Ἡ ἀνταλλαγὴ ἀπόψεων καὶ γνώσεων, δίνοντας στὰ μέλη του, καθὼς καὶ σὲ φίλους καὶ γνωστοὺς τοῦ ἱστολογίου, νὰ ἐκφράσουν διάφορα προβλήματα καὶ τοὺς ὅποιους προβληματισμούς τους (σὲ θέματα τῆς πίστεως, τῆς παιδείας, τῆς ἐκκλησίας, τοῦ ἔθνους κ.ἄ.), μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὴν ἐπίλυσή τους μὲ κάθε νόμιμο τρόπο, κυρίως δὲ μὲ τὴν γνωστοποίησή τους στοὺς ἁρμόδιους φορεῖς, ἀρχὲς καὶ ὄργανα τοῦ Δημοσίου, τῶν Δήμων, τῆς Ἐκκλησίας κ.ἄ., καθὼς καὶ σὲ νομικὰ καὶ φυσικὰ πρόσωπα.

4. Ἡ διατήρηση πνευματικῶν δεσμῶν καὶ ἡ προώθηση τῆς μεγαλύτερης δυνατῆς συνεργασίας μεταξὺ τῶν μελῶν σὲ ἕνα σῶμα ἐν Χριστῷ ἑνότητας.

Δράσεις

1. Τακτικὲς καὶ ἔκτακτες συναντήσεις καὶ διαδικτυακὴ, τηλεφωνικὴ κ.λπ. ἐπικοινωνία τῶν μελῶν.

2. Δημοσίευση ἀναρτήσεων/ἄρθρων στὸ διαδίκτυο καθὼς καὶ στὰ ΜΜΕ.

3. Συναντήσεις καὶ διενέργεια συνεντεύξεων μὲ διάφορα πρόσωπα.

4. Ἔκδοση ἔντυπου ὑλικοῦ, πρὸς ἐνημέρωση τοῦ κοινοῦ.

5. Κάθε ἄλλη δράση, προτεινόμενη ἀπὸ τὰ μέλη ἤ ἀπὸ ὅποιον ἐνδιαφέρεται καὶ ἐπικοινωνεῖ μαζί μας.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

«Συνομιλία ψυχῆς καί νοῦ»


Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ

Ψυχή: Θλίψη ἀνυπόφορη αἰσθάνομαι. Πουθενά δέν βρίσκω χαρά καί παρηγοριά,οὔτε μέσα μου οὔτε γύρω μου. Δέν μπορῶ νά βλέπω συνέχεια στόν κόσμο τήνπλάνη, τήν ἀπάτη, τήν ψυχοκτονία. Τό ἀφηρημένο κοίταγμα τοῦ κόσμου, οἱ λίγεςἀπρόσεκτες ματιές στούς πειρασμούς του καί ἡ παιδιάστικη, ἀπό ἔλλειψη πείρας,ἐμπιστοσύνη μου σ᾿ αὐτόν τράβηξαν ἐπάνω μου τά φαρμακερά του βέλη, πού μέγέμισαν θανάσιμες πληγές.
Γιατί νά κοιτάζω τόν κόσμο; Γιατί νά τόν περιεργάζομαι, γιατί νά μαθαίνω κάθελεπτομέρειά του, γιατί νά ἀφοσιώνομαι σ᾿ αὐτόν, ἀφοῦ εἶμαι μιά φευγαλέασελίδα στό πελώριο βιβλίο του; Ὁπωσδήποτε θά τόν ἀφήσω κάποτε, μόνο πού δένγνωρίζω τό πότε. Κάθε μέρα καί κάθε ὥρα πρέπει νά εἶμαι ἕτοιμη γιά τήμετάβασή μου στήν αἰωνιότητα. Ὅσο κι ἄν παραταθεῖ  περιπλάνησή μου στήνἔρημο τοῦ κόσμου τούτου, αὐτή δέν εἶναι τίποτα μπροστά στήν ἀτέλειωτηαἰωνιότητα, ὅπου δέν ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στίς ὧρες, τίς μέρες, τά χρόνιακαί τίς ἑκατονταετίες.
Οἱ πληγές, πού μοῦ προξένησε ὁ κόσμος, μ᾿ ἔκαναν νά τόν ἀποστραφῶ. Αὐτή ἡἀποστροφή, ὡστόσο, δέν μέ φύλαξε ἀπό νέες πληγές.
Δέν θέλω νά βρίσκομαι μέσα στόν κόσμο!
Δέν θέλω νά ὑποτάσσομαι στόν κόσμο!
Δέν θέλω νά τόν ὑπηρετῶ!
Δέν θέλω οὔτε νά τόν βλέπω!
Ἀλλά αὐτός ἀπό παντοῦ μέ παρακολουθεῖ. Βίαια μέ κυριεύει. Παρουσιάζεταιμπροστά μου μέ ὀμορφιά σαγηνευτική. Μέ παραλύει, μέ σημαδεύει, μέ χτυπᾶ, μέσκοτώνει. Κι ἐγώ, ἔχοντας πάντα μέσα μου τήν τάση πρός τήν αὐταπάτη, τήνπλάνη καί τήν ἁμαρτία, συνεχίζω νά ἐξαπατῶμαι ἀπό τόν κόσμο. Χωρίς νά τόνβλέπω, ἐλκύομαι ἀθέλητα ἀπ᾿ αὐτόν. Μέ βουλιμία πίνω τό φαρμάκι του. Βαθιάκαρφώνονται μέσα μου τά βέλη πού μοῦ πετᾶ.
Παίρνω τό βλέμμα μου ἀπό τόν κόσμο καί τό στρέφω βαρύθυμο καί ἐρευνητικόστόν ἴδιο μου τόν ἑαυτό. Δέν βρίσκω τίποτα τό παρήγορο μέσα μου, ὅπουκοχλάζουν ἀναρίθμητα ἁμαρτωλά πάθη! Συνέχεια μολύνομαι μέ διάφοραἁμαρτήματα. Ἄλλοτε βασανίζομαι ἀπό τή μνησικακία καί τήν ὀργή, ἄλλοτεκαίγομαι ἀπό τή σαρκική ἐπιθυμία καί τή σαρκική πύρωση. Ἡ φαντασία μουκινητοποιεῖται ἀπό κάποιαν ἐνέργεια ξένη, ἐχθρική. Σκανδαλιστικές μορφέςπαρουσιάζονται μπροστά μου καί μέ παρακινοῦν νοερά νά ἁμαρτήσω, νά γευθῶτήν ὀλέθρια ἡδονή. Δέν ἔχω τή δύναμη νά τρέξω μακριά ἀπό τίς προκλητικέςεἰκόνες. Αὐθόρμητα καί ἀναπότρεπτα κολλᾶνε πάνω τους τά ἀρρωστημένα μουμάτια. Καί νά τρέξω ποῦ;! Ἔτρεξα κάποτε στήν ἔρημο. Μέ ἀκολούθησαν κι ἐκεῖ οἱπαραστάσεις τῆς ἁμαρτίας. Κι ἔπεσαν πάνω μου μέ ζωντάνια μεγαλύτερη, μέδιάθεση φονική.
Ἀνύπαρκτες εἶναι ὅλες αὐτές οἱ εἰκόνες. Ἀπάτη καί πλάνη εἶναι καί οἱ ἴδιες καί ἡαἴσθησή τους καί ἡ ὀμορφιά τους. Εἶναι, ὡστόσο, τόσο ζωντανές, πού τίποτα, μήτεὁ χρόνος μήτε τά γεράματα, δέν μπορεῖ νά τίς νεκρώσει. Βέβαια, τά δάκρυα τῆςμετάνοιας τίς σβήνουν ἀπό τή φαντασία, μά τέτοια δάκρυα δέν ἔχω. Ἡ καρδιά μουστερεῖται τήν κατάνυξη, στερεῖται τό σωτήριο κλάμα, εἶναι σάν μιά ἀναίσθητηπέτρα.
Τή φρικτή μου ἁμαρτωλότητα σπάνια τή συναισθάνομαι. Ἄν ὑπάρχει μέσα μουκάτι καλό, αὐτό ἔχει ἀναμειχθεῖ μέ τό κακό καί ἔχει γίνει κακό, ὅπως γίνεταιδηλητήριο ἀκόμα κι ἡ πιό ἐκλεκτή τροφή, ὅταν ἀναμειχθεῖ μέ δηλητήριο.Λησμονῶ, ὡστόσο, τή δεινή μου κατάσταση, λησμονῶ ὅτι τό καλό, πού μοῦ δόθηκεκατά τήν πλάση μου, ἐξασθένησε καί ἀλλοιώθηκε κατά τήν πτώση. Βλέπω μέσαμου τό καλό καί πιστεύω πώς εἶναι ἀκέραιο καί ἄσπιλο. Γι᾿ αὐτό καί ἀρχίζω νάκυριεύομαι ἀπό τόν αὐτοθαυμασμό.
Ἡ ὑπερηφάνειά μου μέ ἁρπάζει ἀπό τόν εὔφορο ἀγρό τῆς μετάνοιας καί μέμεταφέρει σέ χώρα μακρινή, σέ χώρα ἄγονη καί ἄκαρπη, σέ χώρα γεμάτη ἀγκάθιακαί τριβόλια –τή χώρα τοῦ ψεύδους, τῆς αὐταπάτης, τῆς καταστροφῆς. Σταματῶ,λοιπόν, νά τηρῶ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί ἀρχίζω νά ὑπακούω στίς ὑποβολέςτῆς καρδιᾶς μου, νά ἀκολουθῶ τά αἰσθήματά της, νά ἐκτελῶ τό θέλημά της.Τολμῶ νά ἀποκαλῶ καλά τά αἰσθήματα τῆς πεσμένης μου φύσεως καί ἀρετή τήδιγωγή της. Τολμῶ νά πιστεύω ὅτι γι᾿ αὐτά τά καλά καί γι᾿ αὐτή τήν ἀρετή εἶμαιἄξια βραβείων ἐπίγειων καί ἐπουράνιων, ἀνθρώπινων καί θείων. Ἀντίθετα, ὅτανἀγωνιζόμουνα νά τηρῶ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἀσκοῦσα βία στήν καρδιάμου καί δέν ἔδινα καμιά σημασία στίς ὑποβολές καί τό θέλημά της, τότε ἔνιωθαὀφειλέτρια πρός τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, δούλη ἄπιστη καί ἄχρηστη!
Ὅταν πιάστηκα στά δίχτυα τῆς αὐταπάτης, ἐμφανίστηκαν μέσα μου ἡ λύπη, ἡἀκηδία κι ἕνα ζοφερό σκοτάδι. Ἡ λύπη μέ ἐμποδίζει ἀπό κάθε ἀγαθή πράξη. Ἡἀκηδία μοῦ ἀφαιρεῖ τή δύναμη νά παλεύω μέ τήν ἁμαρτία. Καί τό σκοτάδι –συνέπεια τῆς λύπης καί τῆς ἀκηδίας –μοῦ κρύβει τόν Θεό. Ἡ κρίση Του εἶναιἀδέκαστη καί τρομερή. Ὑποσχέθηκε νά βραβεύσει τή χριστιανική ἀρετή.Ὑποσχέθηκε καί νά τιμωρήσει τήν περιφρόνηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τῶν ἁγίωννόμων Του. Ἐγώ, ὡστόσο, ἁμαρτάνω ἄφοβα, καί ἡ συνείδησή μου σωπαίνει, σάννά εἶναι νεκρωμένη ἤ κοιμισμένη. Σπάνια, πολύ σπάνια ἔρχεται κάποια στιγμήκατανύξεως, φωτός καί ἐλπίδας. Τότε νιώθω διαφορετικά. Ἀλλά ἡ φωτεινή αὐτήστιγμή εἶναι φευγαλέα. Ὁ οὐρανός μου δέν εἶναι συχνά καθαρός. Σάν μαῦρασύννεφα μέ πλησιάζουν πάλι τά πάθη καί μέ ρίχνουν στό σκοτάδι, στή σύγχυση,στήν ἀμηχανία, στήν ἄβυσσο τῆς καταστροφῆς.
Νοῦ μου! Ἐσύ εἶσαι χειραγωγός τῆς ψυχῆς. Νουθέτησέ με, λοιπόν! Βάλε μέσαμου τήν εὐλογημένη εἰρήνη! Δίδαξε με πῶς νά κλείσω τήν πόρτα μου στίςἐντυπώσεις τοῦ κόσμου καί πῶς νά χαλιναγωγήσω, πῶς νά καταστείλω τάπάθη πού ξεσηκώνονται μέσα μου.  κόσμος καί τά πάθη πόσο μ᾿ ἔχουνταλαιπωρήσει, πόσο μ᾿ ἔχουν βασανίσει!...
ΝΟΥΣ:  ἀπάντησή μου δέν θά σέ παρηγορήσει. Κι ἐγώ, ὅπως κι ἐσύ, ψυχή,πολεμοῦμαι ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἑπομένως, ὅσα εἶπες μοῦ εἶναι γνωστά. Πῶς,λοιπόν, μπορῶ νά σέ βοηθήσω, ὅταν καί σ᾿ ἐμένα ἔχουν καταφερθεῖ θανάσιμαχτυπήματα, ὅταν κι ἐγώ ἔχω στερηθεῖ τή δύναμη νά ἐνεργῶ αὐτεξούσια; Κατά τήνἀεικινησία μου, δηλαδή τήν ἀδιάκοπη κίνησή μου δίχως περιορισμούς,  ὁποίαμοῦ δόθηκε ἀπό τόν Πλάστη ὡς φυσικό ἰδίωμα2, δέχομαι διαρκῶς τήν ἐπίδρασητῆς ἁμαρτίας, πού μέ τραυματίζει καί μέ συνταράζει.  ἐπίδραση αὐτή μέἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεό καί τήν αἰωνιότητα· μέ τραβᾶ στήν ἀπάτη τοῦ μάταιουκαί περαστικοῦ κόσμου, στήν ἀπάτη τοῦ ἑαυτοῦ μου, στήν ἀπάτη σου, ψυχή, στήνἀπάτη τῆς ἁμαρτίας, στήν ἀπάτη τῶν δαιμόνων.
Τό μεγαλύτερο πρόβλημά μου εἶναι ἡ ἀκατάπαυστη βία πού ἀσκεῖ πάνω μου ὁπερισπασμός. Μόλις μέ χτυπήσει, ἀρχίζω νά περιπλανιέμαι σ᾿ ὅλη τήν οἰκουμένη,δίχως ἀνάγκη καί ὠφέλεια, σάν τά πονηρά πνεύματα. Θέλω νά σταματήσω, μάδέν μπορῶ. Ὁ περισπασμός μέ ἁρπάζει καί μέ παρασύρει τόσο βίαια, πού δέν δίνωπροσοχή, ὅπως πρέπει, οὔτε σ᾿ ἐσένα, ψυχή, οὔτε στόν ἑαυτό μου οὔτε στόν λόγοτοῦ Θεοῦ. Ἐξωτερικά ἐμφανίζομαι προσεκτικός, ἀλλά τήν ἴδια ὥρα,πραρασύρομαι πολύ μακριά καί ἀσχολοῦμαι μέ θέματα ὄχι ἁπλῶς ἀσήμαντα ἤἀνώφελα, ἀλλά βλαβερά. Ἔτσι, δέν μπορῶ νά προσφέρω στόν Θεό προσευχήδυνατή καί ἀληθινή, προσευχή σφραγισμένη μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦΘεοῦ θά ἐξαφάνιζε τόν περισπασμό καί θά ἔκανε τούς λογισμούς μου νάὑποταχθοῦν σ᾿ ἐμένα. Καί ὅταν οἱ λογισμοί ὑποτάσσονται στόν νοῦ μέ τόν φόβοτοῦ Θεοῦ, τότε ἔρχονται σ᾿ ἐσένα, ψυχή, ἡ καρδιακή συντριβή καί ἡ κατάνυξη.Ἐξαιτίας, λοιπόν, τοῦ δικοῦ μου περισπασμοῦ παραμένεις ἐσύ σκληρή καίἀναίσθητη. Ἡ σκληρότητα καί ἡ ἀναισθησία σου, πάλι, αὐξάνουν τόν δικό μουπερισπασμό, κι ἔτσι δημιουργεῖται ἕνας φαῦλος κύκλος.
Ὁ περισπασμός εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἀδυναμίας μου στόν ἀγώνα ἐναντίον τῶνἁμαρτωλῶν λογισμῶν, καθώς μοῦ φέρνει σκοτισμό καί βάρος. Ἔτσι, ὅταν μέπλησιάζει ἕνας ἁμαρτωλός λογισμός, δέν τόν ἀντιλαμβάνομαι ἔγκαιρα, ἄνμάλιστα καλύπτεται πίσω ἀπό κάποια δικαιολογία. Ἄν πάλι εἶναι ἀπροκάλυπτος,ἀντιστέκομαι καί τόν ἀντιμάχομαι, ἀλλά δίχως ἀποφασιστικότητα καί ἀπέχθεια.Ἀρχίζω νά μιλῶ μ᾿ αὐτόν, τόν φονιά μου. Εὐφραίνομαι μέ τό θανάσιμο δηλητήριοπού μέ πονηριά ρίχνει μέσα μου. Σπάνια ἀναδεικνύομαι νικητής. Συνήθως εἶμαι ὁνικημένος.
Ἀπό τόν συνεχή περισπασμό, μέ κυριεύει ἡ λήθη.
Λησμονῶ τόν Θεό.
Λησμονῶ τήν αἰωνιότητα.
Λησμονῶ πόσο μάταιος, πόσο ἐφήμερος, πόσο ἀπατηλός εἶναι ὁ κόσμος, καίἑλκύομαι ἀπ᾿ αὐτόν, παρασύροντας, ψυχή, κι ἐσένα.
Λησμονῶ τά ἁμαρτήματά μου.
Λησμονῶ τίς πτώσεις μου.
Λησμονῶ τήν οἰκτρή κατάστασή μου.
Μέσα στόν σκοτισμό μου καί τήν αὐταπάτη μου, ἀρχίζω νά ἀποδίδω στόν ἑαυτόμου ἀξία. Συνάμα ἀρχίζω νά ζητῶ ἀναγνώριση αὐτῆς τῆς ἀξίας ἀπό τόν ψεύτικοκόσμο, τόν κόσμο πού εἶναι πρόθυμος νά συμφωνήσει μαζί μου στιγμιαῖα, γιά νάμέ χλευάσει ἔπειτα μέ περισσή κακότητα. Ἀξία, ὅμως, δέν ὑπάρχει σέ κανένανμας.  ἀξία μας ἐξανεμίστηκε μέ τήν προπατορική πτώση. Δίκαια, λοιπόν, θάἀξιολογήσει κάθε ἄνθρωπος τόν ἑαυτό του, ἄν, ὅπως συμβουλεύει κάποιοςμεγάλος ἀσκητής, τόν θεωρήσει ἕνα σίχαμα3.
Καί πῶς νά μήν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτό τό ἀδύναμο καί ἀσήμαντο πλάσμα, πού,μολονότι ἀπό τήν ἀνυπαρξία τό ἔφερε στήν ὕπαρξη ὁ Θεός, πολεμάει τόνπαντοδύναμο Πλάστη του καί Δημιουργό ὅλου τοῦ κόσμου, ὁρατοῦ καί ἀόρατου;
Πῶς νά μήν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτό τό πλάσμα, πού, μολονότι δέν εἶχε τίποτα δικότου, μολονότι ὅλα τά πῆρε ἀπό τόν Θεό, ἐπαναστάτησε ἐναντίον Του;
Πῶς νά μήν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτό τό πλάσμα, πού τόλμησε μέσα στήνπαραδείσια μακαριότητα ὄχι μόνο ν᾿ ἀκούσει πρόθυμα τή φοβερή καί βλάσφημησυκοφαντία τοῦ διαβόλου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ν᾿ ἀποδείξει χωρίςχρονοτριβή τή συγκατάνευσή του στή βλάσφημη συκοφαντία μέ τήν καταπάτησητῆς ἐντολῆς Του;
Πῶς νά μήν εἶναι ἕνα σίχαμα ὁ νοῦς πού ἔγινε δοχεῖο καί γεννήτοραςἀλλεπάλληλων, λογισμῶν ἀντίθεων;
Πῶς νά μήν εἶναι ἕνα σίχαμα ἡ ψυχή στήν ὁποία μόνιμα φωλιάζουν βίαια καίτερατώδη πάθη σάν φαρμακερά ἑρπετά, σάν φίδια καί σκορπιοί σέ βαθιά τάφρο;
Πῶς νά μήν εἶναι ἕνα σίχαμα τό σῶμα πού γεννήθηκε μέσα στήν ἁμαρτία, τόσῶμα πού ἔγινε ὄργανο ἁμαρτίας στή διάρκεια τῆς σύντομης ἐπίγειας ζωῆς του,τό σῶμα πού ἔγινε πηγή τῆς δυσοσμίας τοῦ θανάτου στό τέλος τῆς ζωῆς αὐτῆς;
Ἐσύ κι ἐγώ, ψυχή, ἀποτελοῦμε ἑνιαία πνευματική ὕπαρξη. Ἡ ἁμαρτία, ὅμως ὄχι μόνο ἔφθειρε αὐτή τήν ὕπαρξη, ἀλλά καί τή διχοτόμησε σέ μέρη αὐτόνομα, πού βρίσκονται σχεδόν πάντοτε σέ ἀντίθεση. Χωριστήκαμε, λοιπόν, καί ἀποκτήσαμε ἀμοιβαία ἐχθρότητα. Μά χωριστήκαμε κι ἀπό τόν Θεό! Ἡ ἁμαρτία, πού ζεῖ μέσα μας, μᾶς ἔφερε σέ ἀντίθεση μέ τόν ἴδιο τόν πανάγιο καί πανυπερτέλειο Θεό!
ΨΥΧΗ: Θλιβερή ἡ ἀπάντησή σου ἀλλά σωστή. Εἶναι, πάντως, καί μερικῶς παρήγορη, καθώς, διαπιστώνοντας τήν πλήρη ὁμοιότητα καί τήν κοινή αἰτία τῆς δεινῆς μας καταστάσεως, μποροῦμε νά μοιραστοῦμε τή θλίψη μας ἀλλά καί νά ἀλληλοβοηθηθοῦμε. Πές μου, πῶς θά βγοῦμε ἀπό τή σύγχυσή μας; Παρατήρησα ὅτι τά δικά μου αἰσθήματα ἀντιστοιχοῦν πάντοτε στούς δικούς σου λογισμούς. Ἡ καρδιά δέν μπορεῖ νά παλεύει γιά πολύ μέ τόν λογισμό. Ἀργά ἤ γρήγορα ὑποτάσσεται σ᾿ αὐτόν. Ἀντιστέκεται καμιά φορά, ἀλλά μόνο γιά λίγο. Νοῦ, γίνε ὁδηγός στήν κοινή μας σωτηρία!
ΝΟΥΣ: Πράγματι, ἡ καρδιά δέν ἀντιστέκεται γιά πολύ στόν λογισμό. Στόν καλό καί θεάρεστο λογισμό, ὡστόσο, ὑποτάσσεται γιά μιά στιγμή καί μετά ἐπαναστατεῖ. Ἐπαναστατεῖ μέ τόση δύναμη, μέ τόση ὁρμητικότητα, μέ τόση βιαιότητα, πού σχεδόν πάντοτε μέ νικᾶ. Καί ἀφοῦ μέ νικήσει, ἀρχίζει νά γεννᾶ μέσα μου τίς πιό ἄπρεπες παραστάσεις, πού ἀποκαλύπτουν τά κρυμμένα πάθη.
Τί νά πῶ γιά τούς λογισμούς μου; Ἡ σύγχυση καί ἡ φθορά, πού μοῦ προξένησε ἡ ἁμαρτία, εἶχαν ὡς συνέπεια τή μεγάλη ἀστάθεια τῶν λογισμῶν. Ἔτσι, γιά παράδειγμα, τό πρωί γεννιοῦνται μέσα μου οἱ γνωστοί καλοί λογισμοί γιά τήν πνευματική ζωή, γιά τόν ἐπίπονο ἀσκητικό ἀγώνα, γιά τίς συνθῆκες τοῦ ἐπίγειου βίου, γιά τήν αἰωνιότητα. Αὐτοί οἱ λογισμοί φαίνονται τότε οὐσιώδεις, σημαντικοί. Ἀλλά ξαφνικά, τό μεσημέρι ἤ καί νωρίτερα, ἐξαφανίζονται ἀπό κάποιαν ἀπροσδόκητη συνάντηση καί δίνουν τή θέση τους σέ ἄλλους, πού γίνονται κι αὐτοί μέ τή σειρά τους δεκτοί ὡς ἀξιοπρόσεκτοι. Τό βράδυ, ἀπό νέες ἀφορμές καί μέ νέες δικαιολογίες, ἐμφανίζονται καί κυριαρχοῦν ἄλλοι λογισμοί. Ἄλλοι, πάλι, πού μέ παραμόνευαν καλά κρυμμένοι στή διάρκεια τῆς ἡμέρας, παρουσιάζονται ξαφνικά μπροστά μου, μέσα στή σιωπή τῆς νύχτας, καί μέ συνταράζουν μέ τή σαγηνευτική καί συνάμα θανάσιμη ἀπεικόνιση τῆς ἁμαρτίας.
Μάταια διδάχθηκα ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ νά δέχομαι ὡς ὀρθούς ἐκείνους μόνο τούς λογισμούς στούς ὁποίους ἐσύ, ψυχή, ἀνταποκρίνεσαι μέ βαθιά εἰρήνη, ταπεινοφροσύνη καί ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Μάταια γνωρίζω καλά πώς ὅλοι οἱ λογισμοί, μ᾿ ὁποιοδήποτε προσωπεῖο δικαιοσύνης κι ἄν ἐμφανίζονται, ὅταν σοῦ προξενοῦν δυσφορία, ταραχή ἤ σύγχυση, ὅταν ἀκολουθοῦνται ἀπό τήν ἐκδήλωση τῆς παραμικρῆς σκληρότητας μάσα σου, εἶναι ξένοι πρός τήν ἀλήθεια, εἶναι ἐντελῶς ἀπατηλοί καί ὀλέθριοι. Ναί, μάταιη εἶναι ἡ γνώση μου, μάταια κατέχω αὐτό τό ἀσφαλές κριτήριο τῆς ἀλάθητης διακρίσεως τοῦ καλοῦ ἀπό τό κακό στόν κόσμο τῶν πνευμάτων!
Ἐξαιτίας τῆς ἀσύλληπτης ἀσθένειάς μου, πού τήν ἀντιλαμβάνομαι μόνο ἐμπειρικά, δέν μπορῶ νά ἀπαλλαγῶ ἀπό τούς θανατηφόρους λογισμούς τῆς ἁμαρτίας. Δέν μπορῶ νά τούς πνίξω, δέν μπορῶ νά τούς διώξω, ὅταν ἀρχίζουν νά βράζουν μέσα μου σάν τά σκουλίκια, δέν μπορῶ νά τούς ἀποκρούσω, ὅταν ρίχνονται πάνω μου σάν τούς ληστές, σάν τά ἄγρια κι αἱμοβόρα θηρία. Μέ αἰχμαλωτίζουν, μέ κρατοῦν σέ σκληρή δουλεία, μέ ταλαιπωροῦν, μέ βασανίζουν. Κάθε ὥρα εἶναι ἕτοιμοι νά μέ ἐξοντώσουν, νά προκαλέσουν τόν αἰώνιο θάνατό μου.
Γιά τό μαρτύριο, στό ὁποῖο μᾶς ὑποβάλλουν οἱ λογισμοί, δέν εἶμαι μόνο ἐγώ πού σέ πληροφορῶ, ψυχή. Σέ πληροφορεῖ ἀκόμα καί τό σῶμα μας, πού εἶναι ἀσθενικό καί ἀδύναμο, ἐπειδή ἀκριβῶς πληγώθηκε ἐπανειλημμένα ἀπό τά βέλη καί τά ξίφη τῆς ἁμαρτίας.
Κι ἐσύ, ψυχή, φαρμακωμένη μέ τό φαρμάκι τοῦ αἰώνιου θανάτου, καταθλίβεσαι. Ζητᾶς παρηγοριά, μά πουθενά δέν τή βρίσκεις. Μάταια ἐλπίζεις νά παρηγορηθεῖς ἀπό μένα. Γιατί κι ἐγώ θάφτηκα μαζί μ᾿ ἐσένα στόν στενόχωρο καί σκοτεινό τάφο τῆς ἀγνωσίας, τῆς ἄγνοιας τοῦ Θεοῦ. Ἡ σχέση μας μέ τόν ἀληθινό Θεό, σχέση σάν μέ ἕνα νεκρό καί ἀνύπαρκτο ὄν, ἀποτελεῖ ἀδιάψευστη ἀπόδειξη τῆς δικῆς μας νεκρώσεως.
ΨΥΧΗ: Μ᾿ ἔκανες ν᾿ ἀπελπιστῶ! Ἄν ἐσύ, νοῦ, πού εἶσαι ἡ ἀνώτερη πνευματική μου, δύναμη, τό μάτι μου καί ὁ ὁδηγός μου, ἄν ἐσύ, πού εἶσαι τό φῶς μου, ὁμολογεῖς πώς ἔχεις βυθιστεῖ στό σκοτάδι, τότε τί νά περιμένω ἀπό τίς ἄλλες δυνάμεις μου, τίς δυνάμεις πού ὑπάρχουν καί στά ἄλογα ζῶα; Τί νά περιμένω ἀπό τή βούληση καί τήν ἐπιθυμία μου ἤ ἀπό τόν φυσικό θυμό καί τόν ζῆλο μου, πού, γιά νά ἐνεργήσουν διαφορετικά ἀπό τίς ἀντίστοιχες δυνάμεις τῶν κτηνῶν καί τῶν δαιμόνων, πρέπει νά βρίσκονται κάτω ἀπό τή δική σου καθοδήγηση;
Μοῦ εἶπες ὅτι, παρ᾿ ὅλη τήν ἀδυναμία σου, παρ᾿ ὅλη τή ζόφωσή σου, παρ᾿ ὅλη τή νέκρωσή σου, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ ἀκόμα πάνω σου καί σέ κάθε περίπτωση σοῦ παρέχει τή δυνατότητα νά ξεχωρίζεις, μολονότι πολύ δύσκολα, τό καλό ἀπό τό κακό. Συμμετέχω κι ἐγώ σ᾿ αὐτή τή δυνατότητα! Ἔτσι, ὅταν ἀρχίζω νά αἰσθάνομαι ταραχή καί σύγχυση, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι βρίσκομαι σέ λάθος δρόμο. Ἀντιμετωπίζω, λοιπόν, μέ δυσπιστία τήν ἐσωτερική μου αὐτή κατάσταση· τήν ἀπεχθάνομαι καί ἀγωνίζομαι νά τήν ἀποδιώξω ὡς ἀφύσικη καί ἐχθρική.
Ἀπεναντίας, ὅταν ἐσύ στέκεσαι ἔστω καί γιά μικρό χρονικό διάστημα, σάν σέ γνώριμη καί στοργική ἀγκαλιά, σέ λογισμούς καλούς, σέ λογισμούς πού προέρχονται ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὤ, τί παρηγοριά αἰσθάνομαι τότε! Πῶς δοξολογῶ τόν Θεό ἀπό τά βάθη τοῦ εἶναι μου, ἀπό τούς θησαυρούς τῆς καρδιᾶς μου! Τί εὐλάβεια μέ κυριεύει μπροστά στό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ὅταν Ἐκεῖνος ἀποκαλύπτεται σ᾿ ἐμένα, ἕναν τιποτένιο κόκο σκόνης μέσα στό τεράστιο καί ποικιλόμορφο σύμπαν! Τί μακάρια εἰρήνη, σάν αὔρα τοῦ παραδείσου, ἀρχίζει νά φυσᾶ μέσα μου καί νά μέ δροσίζει μέσα στόν καύσωνα! Τί γλυκά καί ἰαματικά δάκρυα γεννιοῦνται στήν καρδιά, ἀνεβαίνουν στό κεφάλι καί τρέχουν στ᾿ ἀναψοκοκκινισμένα μάγουλα ἀπό τά μάτια! Τί βλέμμα ταπεινό καί πράο ἀγκαλιάζει ὅλους καί ὅλα μέ ἠρεμία καί ἀγάπη!
Τότε ἐξαφανίζεται ὁ ἐσωτερικός πόλεμος! Τότε νιώθω πώς ἡ φύση μου θεραπεύεται! Τότε οἱ δυνάμεις μου, πού εἶχαν διασπαστεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία, ἑνώνονται πάλι μεταξύ τους ἀλλά καί μ᾿ ἐσένα καί μέ τό σῶμα σ᾿ ἕνα ἑνιαῖο σύνολο. Τότε αἰσθάνομαι τό ἔλεος τοῦ Πλάστη πρός τό πεσμένο πλάσμα Του. Τότε κατανοῶ ἀπόλυτα τή σημασία τῆς λυτρώσεως καί τή δύναμη τοῦ Λυτρωτῆ, πού μέ θεράπευσε μέ τόν παντοδύναμο καί ζωογόνο λόγο Του. Πιστεύω καί ὁμολογῶ τόν Κύριο! Βλέπω καί τήν ἐνέργεια τοῦ προσκυνητοῦ Παναγίου Πνεύματος, πού ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα καί στέλνεται ἀπό τόν Υἱό! Βλέπω τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ-Πνεύματος, διά τοῦ Θεοῦ-Λόγου, νά φανερώνει τή θεότητά Του μέ τή δημιουργική Του δύναμη, μέ τήν ὁποία ἀποκαθιστᾶ τό συντριμμένο σκεῦος στήν ἀρχική του ὁλοκληρία καί ὡραιότητα σάν νά μήν εἶχε ποτέ συντριβεῖ.
Νοῦ μου, στρέψου στόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀπό τόν ὁποῖο λάβαμε ἀναρίθμητα ἀγαθά, ἀλλά τά χάσαμε ἀπό ραθυμία καί ψυχρότητα. Ἀπό τά ἀνεκτίμητα πνευματικά δῶρα τοῦ Θεοῦ προτιμήσαμε τά ἀπατηλά, τά ψεύτικα δῶρα τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ κόσμου, πού ἦταν γεμάτα φαρμάκι. Νοῦ μου, στρέψου στόν λόγο τοῦ Θεοῦ! Ἐκεῖ ψάξε τήν παρηγοριά πού σοῦ ζητῶ! Ἀβάσταχτη εἶναι ἡ θλίψη μου τήν ὤρα τούτη. Φοβᾶμαι μήν πέσω στήν τελειωτική καταστροφή, τήν ἀπελπισία.
ΝΟΥΣ: Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ψυχή, λύνει τήν ἀπορία μας μέ τόν πιό ἱκανοποιητικό ὁρισμό. Πολλοί ἄνθρωποι, ὡστόσο, ὅταν ἄκουσαν τόν λόγο τοῦ Πνεύματος, τόν παρανόησαν μέ τόν σαρκικό τους λογισμό καί εἶπαν: «Σκληρός εἶναι αὐτός ὁ λόγος ποιός μπορεῖ νά τόν ἀκούει;»4. Ἄκου, λοιπόν, ψυχή μου, τί εἶπε ὁ Κύριος: « Ὅποιος θελήσει νά σώσει τή ζωή του, θά τή χάσει· κι ὅποιος χάσει τή ζωή του γιά μένα, θά τή σώσει»5. « Αὐτός πού ἀγαπᾶ τή ζωή του, θά τή χάσει· αὐτός, ὅμως, πού δέν λογαριάζει τή ζωή του στόν κόσμο αὐτό, θά τή φυλάξει γιά τήν αἰώνια ζωή»6.
ΨΥΧΗ: Πρόθυμη εἶμαι νά χάσω τή ζωή μου, ἄν τό προστάζει ὁ Θεός. Ἀλλά πῶς νά πεθάνω, ἀφοῦ εἶμαι ἀθάνατη; Δέν γνωρίζω κάτι πού θά μποροῦσε νά μοῦ στερήσει τή ζωή.
ΝΟΥΣ: Μή νομίζεις, ψυχή, πώς ὁ Χριστός παραγγέλλει νά πεθάνεις μόνο ἐσύ. Ὄχι! Τό ποτήρι τοῦ θανάτου πρέπει νά τό μοιραστῶ μαζί σου, πίνοντας μάλιστα πρῶτος ὡς κύριος αἴτιος τῆς κοινῆς μας πτώσεως. Ἡ ἀποφυγή τοῦ ποτηριοῦ αὐτοῦ συνεπάγεται ὄλεθρο, θάνατο πρόσκαιρο καί αἰώνιο.
Ὁ θάνατος, πού μᾶς ζητάει ὁ Κύριος, δέν συνίσταται στήν ἐξόντωση τῆς ὑπάρξεώς μας, ἀλλά στήν ἐξόντωση τοῦ ἐγωισμοῦ, πού τόν ταυτίσαμε μέ τή ζωή μας. Ὁ ἐγωισμός εἶναι στρεβλή ἀγάπη τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου πρός τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Ὁ ἐγωισμός θεοποιεῖ τή μεταπτωτική ψευδώνυμη σοφία του καί προσπαθεῖ πάντοτε νά ἱκανοποιεῖ τό μεταπτωτικό θέλημά του, πού κατευθύνεται ἀπό τό ψεῦδος. Ὡς πρός τή σχέση του μέ τόν πλησίον, ὁ ἐγωισμός ἐκδηλώνεται εἴτε μέ ἀντιπάθεια εἴτε μέ ἀνθρωπαρέσκεια, δηλαδή μέ κάποιο πάθος. Ἀλλά καί τά ἐγκόσμια πράγματα τά κακομεταχειρίζεται, τά χρησιμοποιεῖ μέ ἐμπάθεια. Ὅπως ἡ ἀγάπη δένει σέ τέλειο σύνολο ὅλες τίς ἀρετές7 καί ἀποτελεῖ τήν τέλεια ἐκπλήρωσή τους, ἔτσι κι ὁ ἐγωισμός δένει ὅλα τά πάθη καί ἀποτελεῖ τήν τέλεια ἐκπλήρωσή τους.
Γιά νά θανατώσω τόν ἐγωισμό μου, πρέπει ν᾿ ἀπαρνηθῶ ὅλους «τούς ἀπατηλούς καί κούφιους συλλογισμούς τῆς ἀνρθώπινης σοφίας, πού στηρίζονται σέ ἀνθρώπινες παραδόσεις καί σέ μιά ἐσφαλμένη πίστη στά στοιχεῖα τοῦ κόσμου»8Πρέπει ν᾿ ἀποκτήσω βαθιά συναίσθηση τῆς πνευματικῆς μου φτώχειας. Καί, γυμνός μέσα σ᾿ αὐτή τή φτώχεια, λουσμένος στά δάκρυα τοῦ πένθους, μαλακωμένος μέ τήν πραότητα, τήν καθαρότητα καί τό ἔλεος, νά δεχθῶ τόν τρόπο σκέψεως πού εὐδόκησε νά χαράξει πάνω μου τό δεξί χέρι τοῦ Λυτρωτῆ μου. Κι αὐτό τό χέρι εἶναι τό Εὐαγγέλιο.
Ὅσο γιά σένα, ψυχή, πρέπει ν᾿ ἀπαρνηθεῖς τό θέλημά σου, ἔστω κι ἄν αὐτή ἡ ἀπάρνηση σοῦ φαίνεται βαριά, ἔστω κι ἄν στά αἰσθήματα καί τίς τάσεις τῆς καρδιᾶς σου δέν βρίσκεις κανένα σφάλμα, κανένα κακό. Ἀντί γιά τό δικό σου θέλημα, νά κάνεις τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ καί Σωτήρα μας, κι ἄς εἶναι αὐτό σκληρό γιά τήν ἐγωιστική σου καρδιά!
Νά λοιπον, ποιό θάνατο ζητάει ἀπό μᾶς ὁ Θεός: Μᾶς ζητάει νά θανατώσουμε ἑκούσια τόν θάνατο πού ζεῖ μέσα μας, καί νά λάβουμε ὡς δῶρο τήν ἀνάσταση καί τή ζωή πού ξεχύνεται ἀπό τόν Κύριο Ἰησοῦ.
ΨΥΧΗ: Ἀποφασίζω ν᾿ ἀποκτήσω αὐταπάρνηση! Καί μόνο ἀπό τά λόγια σου γι᾿ αὐτήν, ἄρχισα κιόλας νά αἰσθάνομαι χαρά καί παρηγοριά. Ἄς ἀφήσουμε τή ζωή πού γεννᾶ τήν ἀπελπισία. Ἄς δεχθοῦμε τόν θάνατο πού ἐγγυᾶται τή σωτηρία.
Ὁδήγησέ με, νοῦ, στά ἴχνη τῶν θελημάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἐσύ μεῖνε σταθερά προσκολλημένος στόν Λόγο ἐκεῖνο πού εἶπε γιά τόν ἑαυτό Του: « Ὅποιος μένει ἑνωμένος μαζί μου κι ἐγώ μαζί του, αὐτός δίνει πολύ καρπό, γιατί χωρίς ἐμένα δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτα»9.
Ἀμήν.

Τῷ Θεῷ πρέπει κάθε δόξα τιμή καί προσκύνηση, 
τώρα
 καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἀμήν!


Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ

Ἀπό τό βιβλίο: “ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ” τομ. γ΄

Ἐκδόσεις: Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς
1Β΄ Πέτρ. Γ΄: 10.
2Βλ. Ὁσίου Καλλίστου Καταφυγιώτη, Περί θείας ἑνώσεως καί βίου θεωρητικοῦ, γ΄.
3Κάποιος γέροντας ρώτησε τόν ὅσιο Σισώη τόν Μέγα: “Πῶς λέει ἕνας ψαλμός ὅτι εἶναι τά εἴδωλα;”. Καί ὁ γέροντας ἀπάντησε: “ Ἡ Γραφή λέει γιά τά εἴδωλα ὅτι στόμα ἔχουν ἀλλά δέν μιλοῦν, μάτια ἔχουν ἀλλά δέν βλέπουν, αὐτιά ἔχουν ἀλλά δέν ἀκοῦνε (βλ. Ψαλμ. 134 : 16-17). Ἔτσι ὀφείλει νά εἶναι καί ὁ μοναχός. Λέει, ἐπίσης, ἡ Γραφή ὅτι τά εἴδωλα εἶναι σιχαμερά (βλ. Δευτ. 27 : 15). Ἔτσι καί ὁ μοναχός ἄς θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἕνα σίχαμα”. (Βλ. Τό Μέγα Γεροντικόν, τ. Δ΄, κεφ.ΙΕ΄ , 164).
4Ἰω. στ΄ : 60.
5Ματθ. Ι΄: 39.
6Ἰω. ιβ΄ : 25.
7Βλ. Κολ. Γ΄: 14.
8Κολ. Β΄ : 8. 
9Ἰω. Ιε΄: 5. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου